αναγεννιέμαι


αναγεννιέμαι
αναγεννιέμαι, αναγεννήθηκα, αναγεννημένος βλ. πίν. 59 και πρβλ. αναγεννώμαι
——————
Σημειώσεις:
αναγεννώμαι, αναγεννιέμαι : η ενεργητική φωνή (αναγεννώ, βλ. πίν. 60 ) δε συνηθίζεται.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναγεννώμαι — αναγεννώμαι, αναγεννήθηκα, αναγεννημένος βλ. πίν. 61 και πρβλ. αναγεννιέμαι Σημειώσεις: αναγεννώμαι, αναγεννιέμαι : η ενεργητική φωνή (αναγεννώ, βλ. πίν. 60 ) δε συνηθίζεται …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναπλάθω — (Α ἀναπλάσσω και ττω) πλάθω εκ νέου, δίνω νέα μορφή σε κάτι, μεταμορφώνω, μετασχηματίζω διαμορφώνω προς το καλύτερο, αναμορφώνω, βελτιώνω (Εκκλ.) μέσ.αναγεννιέμαι με το βάπτισμα νεοελλ. 1. αναμορφώνω κάποιον ηθικά, τού δίνω νέα ηθική κατεύθυνση 2 …   Dictionary of Greek

  • αναγεννώ — ησα, ήθηκα, ημένος 1. κάνω κάποιον να αποχτήσει νέα ζωή, αναζωογονώ: Σε αναγέννησε το κλίμα του χωριού κι όχι τα φάρμακα που πήρες. 2. το μέσ., αναγεννιέμαι ξαναπαίρνω δύναμη, αναζωογονούμαι: Εκεί, στην ησυχία και τον καθαρό αέρα, ένιωθε σαν να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)